Το 1999, σε μια μικρή περιοχή του νότιου Οντάριο, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ανάμεσα σε κατοίκους και παιδιά του δημοτικού για ένα ανεπίσημο τηλεοπτικό κανάλι, το οποίο εμφανιζόταν ξαφνικά στα καλώδια ορισμένων σπιτιών. Το κανάλι δεν είχε όνομα, μόνο τον αριθμό του: Κανάλι 21. Δεν υπήρχε στις καταχωρίσεις των παρόχων, ούτε στα τηλεοπτικά προγράμματα της εποχής. Οι περισσότεροι τηλεθεατές έβλεπαν μόνο στατικό. Αλλά κάποιοι — λίγοι — έβλεπαν εκπομπές.
Οι εκπομπές αυτές ήταν αλλόκοτες. Χαμηλής ανάλυσης βίντεο, κακή λήψη, ασπρόμαυρα πλάνα ή θαμπά χρώματα, χωρίς μουσική ή σήμα αρχής. Στην οθόνη, ένα υπόγειο με τσιμεντένιους τοίχους και μια φιγούρα με στολή καφέ αρκούδας. Ο άνδρας δεν μιλούσε με ενθουσιασμό όπως στις παιδικές εκπομπές· μιλούσε αργά, με μια μονότονη, βαριά φωνή. Έλεγε στα παιδιά να τον αποκαλούν Mr. Bear.
Η πρώτη καταγεγραμμένη εκπομπή που αναφέρθηκε ονομαζόταν Booby. Ο Mr. Bear καθόταν μπροστά από μια κάμερα, σε ένα υπόγειο χωρίς διακόσμηση. Στο φόντο ακουγόταν ένας ανεπαίσθητος βόμβος, σαν παλιός ψύκτης. Μιλούσε σε κάποιον εκτός πλάνου, προτρέποντας τα παιδιά «να είναι υπάκουα και να προσέχουν ποιον εμπιστεύονται». Δεν υπήρχε διάλογος, ούτε χαρά, μόνο μια αδιόρατη ένταση που έκανε τον θεατή να αισθάνεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Σύντομα ακολούθησαν κι άλλες εκπομπές. Mr. Bear’s Cellar: ο Mr. Bear οδηγούσε παιδιά «για παιχνίδι» στο υπόγειό του. Οι φωνές των παιδιών δεν ακούγονταν ποτέ· μόνο το τρίξιμο μιας πόρτας που έκλεινε. Cooking with Mother: μια γυναίκα με λευκή ποδιά ανακάτευε ουσίες αγνώριστες, ενώ επαναλάμβανε φράσεις χωρίς νόημα, σαν προσευχή. The 911 House: στατικό πλάνο ενός άδειου δωματίου, με ηχογραφημένο παιδικό κλάμα και ψιθυριστή αντρική φωνή να λέει: «Δεν θα χρειαστεί να τηλεφωνήσεις ξανά.» Το υλικό φαινόταν να προβάλλεται χωρίς σταθερό πρόγραμμα. Μερικοί θεατές υποστήριξαν ότι το κανάλι εμφανιζόταν μόνο τις νύχτες της Πέμπτης, άλλοι πως μόνο όταν υπήρχε καταιγίδα.
Στο τελευταίο επεισόδιο του Mr. Bear’s Cellar, η κάμερα εστίασε σ’ ένα χαρτί που κρατούσε η φιγούρα της αρκούδας. Πάνω του ήταν γραμμένη μια διεύθυνση: ένα αγρόκτημα στα περίχωρα του Τορόντο. Λίγες ημέρες αργότερα, η αστυνομία της περιοχής δέχτηκε κλήσεις από κατοίκους που ισχυρίστηκαν ότι είδαν παιδιά να μπαίνουν σ’ εκείνη τη διεύθυνση και να μην ξαναβγαίνουν. Όταν οι αρχές έφτασαν, βρήκαν το σπίτι καμένο σχεδόν ολοσχερώς. Μέσα υπήρχαν υπολείμματα βιντεοκασετών, καμένες στολές και παιδικά αντικείμενα. Κανένα πτώμα. Ο άνθρωπος που φέρεται να κατοικούσε εκεί δεν βρέθηκε ποτέ. Την ίδια εβδομάδα, το Κανάλι 21 σταμάτησε να εκπέμπει.
Η υπόθεση, γνωστή σήμερα ως “1999”, πέρασε στη σιωπή. Δεν υπάρχει επίσημο αρχείο για σταθμό με αυτή τη συχνότητα. Η Επιτροπή Επικοινωνιών του Καναδά ανέφερε πως ουδέποτε χορηγήθηκε άδεια για μετάδοση στην περιοχή εκείνη. Αρχεία αστυνομίας παραμένουν κλειστά ή έχουν χαθεί. Ωστόσο, ανεξάρτητοι ερευνητές υποστηρίζουν πως οι κασέτες που βρέθηκαν στο αγρόκτημα περιείχαν αρκετά επεισόδια· ότι σε κάποιες σκηνές φαίνονταν παιδιά με αναγνωρίσιμα πρόσωπα· και ότι το περιεχόμενο κατασχέθηκε προτού δημοσιοποιηθεί. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο χώρος προερχόταν από ένα πειρατικό αναλογικό σταθμό που λειτουργούσε από υπόγειο, μέσω παλιάς καλωδιακής σύνδεσης. Ο άνδρας που φέρεται να κρυβόταν πίσω από τη μάσκα της αρκούδας δεν εντοπίστηκε ποτέ.
Από τότε, το Κανάλι 21 δεν εμφανίστηκε ξανά. Κι όμως, περιστασιακά, σε διαδικτυακά φόρουμ παλαιών τεχνικών και συλλεκτών κασετών, αναφέρονται παράξενες καταγραφές στατικής, όπου για λίγα δευτερόλεπτα προβάλλεται η ένδειξη “CH. 21” και μια φιγούρα με γούνινο κεφάλι περνάει μπροστά από την κάμερα. Τα αρχεία αυτά διαγράφονται μέσα σε ώρες, χωρίς εξήγηση.
Η υπόθεση “1999” παραμένει ένα από τα πιο ανατριχιαστικά ανεξήγητα φαινόμενα της προ–ψηφιακής εποχής· μια υπενθύμιση ότι, στα χρόνια πριν από το διαδίκτυο, ο τρόμος μπορούσε να έρθει από την ίδια την τηλεόραση — σιωπηλός, ασπρόμαυρος και απροσδιόριστα ανθρώπινος.

