Η αρχή της πτώσης των δαιμόνων χάνεται πίσω στις απαρχές της Δημιουργίας, σε μια εποχή που ο κόσμος ακόμη πλάθονταν από το φως της θείας θέλησης. Στον αιώνιο Παράδεισο, στο βασίλειο της ατέρμονης αρμονίας, όλοι οι άγγελοι ζούσαν με απόλυτη πίστη και αγάπη προς τον Δημιουργό. Ήταν πνεύματα αγνά, εκθαμβωτικά, με οντότητες που ακτινοβολούσαν φως και μουσική. Ανάμεσά τους, ένας ξεχώριζε για την ομορφιά και την ευφυΐα του: ο Εωσφόρος, το πιο λαμπρό άστρο της αυγής, αυτός που έφερε το φως.
Ωστόσο, στα βάθη της καρδιάς του, ο Εωσφόρος άρχισε να αμφισβητεί την τάξη των πραγμάτων. Παρασυρμένος από την ίδια του την έπαρση και την υπερηφάνεια, σήκωσε το βλέμμα του στον θρόνο του Δημιουργού και τόλμησε να ονειρευτεί πως μπορούσε να ανέβει ψηλότερα, να πάρει για τον εαυτό του τη δύναμη που έως τότε μοιράζονταν όλοι οι άγγελοι ενωμένοι. Μέσα στις χρυσές αψίδες των ουρανών, ο σπόρος της ανταρσίας φύτρωσε κρυφά.
Σύντομα, ένα τμήμα των αγγέλων παρασύρθηκε από τα λόγια του Εωσφόρου. Άρχισαν να πιστεύουν πως η δική τους θέληση ήταν ανώτερη, πως δεν όφειλαν πλέον υπακοή. Έτσι γεννήθηκαν οι πρώτοι έκπτωτοι — όντα που αφαίρεσαν από μέσα τους το φως της θείας χάρης και το αντικατέστησαν με το σκοτάδι της αλαζονείας.
Η μεγάλη σύγκρουση που ακολούθησε ήταν πιο βουβή, πιο τρομακτική απ’ ό,τι μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους. Οι ουρανοί σείστηκαν από κραυγές που αντηχούσαν ανάμεσα στα αστέρια, τα χρυσά σπαθιά των αρχαγγέλων άστραφταν σαν αστραπές και φωτεινές ασπίδες υψώνονταν για να προστατεύσουν το θεϊκό βασίλειο. Ο αρχάγγελος Μιχαήλ, ενσαρκώνοντας την αφοσίωση και το θάρρος, οδήγησε τη στρατιά των αγγέλων στη μάχη ενάντια στους στασιαστές.
Η μάχη κράτησε για μια αιωνιότητα, σαν να σταμάτησε ο ίδιος ο χρόνος. Φως και σκοτάδι συγκρούστηκαν με μια δύναμη που έκανε τους ουρανούς να σείονται, μέχρι που στο τέλος ο Εωσφόρος και οι ακόλουθοί του ηττήθηκαν. Το φως της παρουσίας του Δημιουργού ήταν πολύ δυνατό για την καρδιά τους που είχε αμαυρωθεί.
Τότε, σαν ένας γιγάντιος χείμαρρος από στάχτη και φλόγα, άρχισαν την πτώση τους. Απ’ τις άυλες κατοικίες του Παραδείσου ρίχτηκαν στη Γη και ακόμη πιο κάτω — σε ένα σκοτεινό κενό που αργότερα θα ονομαζόταν Κόλαση. Τα λαμπερά φτερά τους μαύρισαν και σχίστηκαν, τα αγγελικά τους πρόσωπα παραμορφώθηκαν σε άγριες όψεις, γεμάτες θυμό και πόνο.
Στη Γη, εκείνοι που άλλοτε ήταν άγγελοι περιπλανήθηκαν σαν δαίμονες, γεμάτοι μίσος για την ανθρωπότητα που βρισκόταν υπό την προστασία του Θεού. Αναζητούσαν τρόπους να διαφθείρουν τους ανθρώπους, να τους σύρουν μακριά από το φως που οι ίδιοι έχασαν για πάντα. Στο πέρασμα των αιώνων, αυτοί οι έκπτωτοι εξαπλώθηκαν σαν σκοτεινός ψίθυρος, προκαλώντας φόβο και πειρασμό, ενώ ταυτόχρονα ο ουρανός συνέχιζε να λάμπει από το αιώνιο φως των αγγέλων.
Μέχρι σήμερα, ο θρύλος της πτώσης τους θυμίζει πως το έρεβος μπορεί να κρύβεται ακόμη και μέσα στις πιο λαμπερές καρδιές. Μας υπενθυμίζει ότι η υπερηφάνεια και η απληστία είναι δρόμοι που μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και τα πιο φωτεινά πνεύματα στο πιο βαθύ σκοτάδι — και ότι η αιώνια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό ξεκίνησε πολύ πριν την ύπαρξη της ανθρωπότητας, αφήνοντας τα ίχνη της σε κάθε πτυχή του κόσμου μας.

