Το έτος ήταν 2005. Στο απομονωμένο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, στο Τανάκου της ανατολικής Ρουμανίας, μια νέα καλόγρια άρχισε να συμπεριφέρεται αλλόκοτα. Η Μαρίτσα Ίρυνα Κορνιτζάνου, μόλις 23 ετών, εισήλθε στο μοναστήρι αναζητώντας παρηγοριά. Όμως ό,τι ακολούθησε δεν ήταν παρηγοριά — ήταν φρίκη.
Σύμφωνα με τις μοναχές και τον ηγούμενο, πατέρα Ντανιήλ Πετρέου Κορουγκιού, η Μαρίτσα άρχισε να εκδηλώνει σημάδια "δαιμονικής κατοχής". Μιλούσε σε άγνωστες γλώσσες, αντιδρούσε βίαια σε εικόνες και προσευχές, αρνιόταν να φάει και να πιει. Τα μάτια της, λένε, ήταν άδεια. Το βλέμμα της — ξένο. Κάποιοι είπαν πως δεν ήταν πια εκεί.
Ο πατέρας Ντανιήλ αποφάσισε πως δεν είχε να κάνει με ψυχική ασθένεια, αλλά με σατανική κυριαρχία. Παρέκαμψε τις ιατρικές αρχές. Παρέκαμψε ακόμη και την Εκκλησία. Οργάνωσε τελετουργικό εξορκισμού, όπως οι παλαιοί. Τη σταύρωσε σε ένα ξύλινο σταυρό, της φόρεσε φίμωτρο και την άφησε δεμένη, χωρίς τροφή ή νερό, για τρεις ημέρες και νύχτες.
Οι φωνές της αντηχούσαν στα πέτρινα δωμάτια. "Φύγε από μέσα μου!" φώναζε. Κι όμως, κανείς δεν ήξερε ποιος μιλούσε: η Μαρίτσα ή κάποιος άλλος;
Την τέταρτη μέρα, η καρδιά της σταμάτησε.
Όταν οι Αρχές έφτασαν στο μοναστήρι, δεν βρήκαν μαγεία. Βρήκαν θάνατο. Ο ηγούμενος και οι μοναχές συνελήφθησαν. Η δίκη συγκλόνισε τη χώρα. Οι μαρτυρίες αποκάλυψαν μια μυστική παράδοση εξορκισμών, θαμμένη κάτω από το πέπλο της ορθόδοξης ευσέβειας. Ο πατέρας Ντανιήλ δεν αρνήθηκε τίποτα. Επέμεινε πως η Μαρίτσα ήταν δαιμονισμένη. Πως ο εξορκισμός ήταν απαραίτητος. Πως αν ξαναγινόταν το ίδιο, θα το έκανε ξανά.
Καταδικάστηκε. Μα το βλέμμα του παρέμεινε ακλόνητο. "Δεν πέθανε. Σώθηκε," είπε.
Η Εκκλησία τον αφόρισε. Μα στον λαό, άλλοι τον θεωρούν εγκληματία — άλλοι, μάρτυρα.
Η Μαρίτσα Κορνιτζάνου δεν ζήτησε εξορκισμό. Εκείνη ζήτησε ησυχία. Κι όμως, η φωνή της ακόμη ακούγεται. Σαν ψίθυρος πίσω από πέτρινους τοίχους. Σαν κραυγή που δεν σώπασε ποτέ.


