Ο Γουίλιαμ Μπερκ και ο Γουίλιαμ Χέαρ, δύο άνδρες που η φτώχεια και η τύχη τούς έφεραν να συζούν σε μια πανδοχείο-τρύπα στο West Port, δεν είχαν τίποτα που να τους ξεχωρίζει από το πλήθος. Ήταν εργάτες, άνθρωποι του δρόμου, φιγούρες που περνούσαν απαρατήρητες. Μα κάποια στιγμή, ανάμεσα σε αναθυμιάσεις βροχής και φτηνού ουίσκι, συνειδητοποίησαν ότι τα πτώματα αξίζουν περισσότερα απ’ όσο θα άξιζαν οι ίδιοι εν ζωή.
Ο θάνατος ενός ενοίκου του πανδοχείου, καθαρά από φυσικά αίτια, αποτέλεσε το σημείο που άναψε τη σπίθα. Αντί να παραδώσουν το σώμα στις αρχές, ο Μπερκ και ο Χέαρ σκέφτηκαν κάτι πιο… επικερδές. Το μετέφεραν νύχτα, κρυφά, στους κύκλους των ανατόμων. Εκεί, ο περίφημος χειρουργός και καθηγητής Ρόμπερτ Νοξ, γνωστός για τη δίψα του για «υλικό», τους πλήρωσε πλουσιοπάροχα. Ήταν ένα άγγιγμα της απαγορευμένης ζώνης — και το χρήμα είχε τη δική του μεθυστική λάμψη.
Κάθε σώμα έφερνε κι ένα πουγκί γεμάτο κέρματα. Ο Μπερκ και ο Χέαρ βυθίζονταν ολοένα και πιο βαθιά σε έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν είχε πια αξία, παρά μόνο η σάρκα του. Το Εδιμβούργο έμοιαζε να τρέμει σιωπηλά, σαν να διαισθανόταν ότι κάτι σκοτεινό κρυβόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες των ανατομικών αιθουσών.
Όμως η αλυσίδα δεν μπορούσε να συνεχίσει χωρίς να σπάσει. Το τελευταίο τους θύμα, η Μαργαρίτα Ντόχερτι, δεν ήταν πια μια φιγούρα του περιθωρίου. Σημειώθηκε φασαρία, μαρτυρίες διέρρευσαν, και η αστυνομία — μέχρι τότε αμέτοχη — εισήλθε με καθυστερημένη αλλά εκκωφαντική αποφασιστικότητα. Ο Χέαρ, για να σώσει το τομάρι του, πρόδωσε τον Μπερκ. Ο πρώτος αφέθηκε ελεύθερος με αντάλλαγμα τη μαρτυρία, ενώ ο δεύτερος οδηγήθηκε στη δημόσια αγχόνη.
Κι εδώ η ιστορία επιφυλάσσει μια ειρωνεία που μόνο η πραγματικότητα τολμά να γράψει: το σώμα του Μπερκ παραδόθηκε στην ανατομία — όπως ακριβώς έκανε κι εκείνος με τα θύματά του. Το δέρμα του λέγεται πως χρησιμοποιήθηκε για βιβλιοδεσία· ένα απόκοσμο κατάλοιπο της ανθρώπινης φρίκης.
Σήμερα, όταν το όνομα «Burke & Hare» ψιθυρίζεται στα παλιά δρομάκια του Εδιμβούργου, ο αέρας μοιάζει να βαραίνει για μια στιγμή. Όχι μόνο λόγω των φόνων, αλλά επειδή η υπόθεση αγγίζει κάτι πιο αρχέγονο: τον φόβο για το πού μπορεί να οδηγήσει η ανθρώπινη ανάγκη όταν εμπλακεί με την απληστία, τη σιωπή και την επιστήμη που βαδίζει χωρίς ηθικά όρια. Το μυστήριο μπορεί να λύθηκε, τα γεγονότα να καταγράφηκαν, αλλά το σκοτάδι της υπόθεσης στέκει ακόμη σαν σκιά — μια θύμηση ότι πίσω από κάθε πρόοδο μπορεί να κρύβεται ένα τίμημα που λίγοι τολμούν να κοιτάξουν κατάματα.

